πετρελαιαγωγός

Σωλήνωση για τη μεταφορά αργού π. και των παραγώγων του από τους τόπους εξόρυξης και παραγωγής ή από τα λιμάνια άφιξης, στα διυλιστήρια ή στα λιμάνια φόρτωσης. Με πρωτοβουλία του Ροκφέλερ και της Standard Oil, οι πρώτοι πετρελαιαγωγοί κατασκευάστηκαν στις ΗΠΑ κατά τα έτη 1875-80. Οι πετρελαιαγωγοί μπορούν να είναι επίγειοι ή υπόγειοι, μερικές φορές όμως είναι και υποβρύχιοι. Οι σωλήνες είναι συνήθως μεταλλικοί και έχουν διαμέτρους μέχρι 30 ιντσών (760 χιλιοστών) Το υγρό προωθείται από αντλίες που βρίσκονται στις αφετηρίες και σε ενδιάμεσα σημεία, ανάλογα με το μήκος του πετρελαιαγωγού. Ο πετρελαιαγωγός είναι εφοδιασμένος, στα ψηλότερα σημεία, με βαλβίδες εξαερισμού για θύλακες αέρα ή φυσικού αέριου, με στρόφιγγες διακοπής, με ειδικά μηχανήματα για το άδειασμα των τμημάτων της σωλήνωσης που παρουσιάζουν απώλειες, με όργανα για τη διακοπή λειτουργίας των αντλιών στην περίπτωση ανώμαλης λειτουργίας, με δείκτες καταγραφής της παροχής, σταθμούς που συνδέονται με ραδιοτηλέφωνα (στις ΗΠΑ). Στους πετρελαιαγωγούς μπορεί να προστεθεί στο αργό π. νερό, για να μειωθεί η τριβή, που οφείλεται στο μεγάλο ιξώδες του μπορούν επίσης να καθαρίζονται τα εσωτερικά τοιχώματα με την αποστολή ειδικών κυλινδρικών ψηκτρών ή με κινητές συσκευές που ωθούνται από το ίδιο το κινούμενο υγρό. Οι υποβρύχιοι πετρελαιαγωγοί, ιδιαίτερα, πρέπει να προστατεύονται εξωτερικά με επιβερνικώσεις ή με ειδική επικάλυψη υαλοβάμβακα, γιούτας ή αμίαντου και ασφαλτούχες ουσίες. Κατά μήκος των πετρελαιαγωγών υπάρχουν σταθμοί προστασίας κατά των ηλεκτρικών εκκενώσεων και των περιπλανώμενων ρευμάτων. Σταθμός πετρελαιαγωγού στο Αλ Τουμπαΐρ, στο νοτιοανατολικό Ιράκ, στον οποίο διακρίνεται ένα μέρος του απαραίτητου εξοπλισμού: παροχετεύσεις, στρόφιγγες διακοπής, βαλβίδες εξαερισμού, με αέρα και φυσικό αέριο, δείκτες παροχής κλπ. Αγωγός πετρελαίου στο Ατιράου του Καζακστάν, που θα μεταφέρει πετρέλαιο στο λιμάνι του Νοβοροσισκ στη Μάυρη Θάλασσα (φωτ. ΑΠΕ).
* * *
ο, Ν
σωληνωτός αγωγός μεγάλου μήκους για τη μεταφορά αργού πετρελαίου από τον τόπο άντλησης του προς τις εγκαταστάσεις φόρτωσης σε δεξαμενόπλοια ή προς τα διυλιστήρια.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • πετρελαιαγωγός — [пэтрэлэагогос] ουσ. а. нефтепровод …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σούκρε — Πόλη της Βολιβίας στον ομώνυμο νομό, «νομική» πρωτεύουσα του κράτους (Η Λα Παζ είναι διοικητική), 400 χλμ. ΝΑ της Λα Παζ σε υψόμετρο 2.700 πάνω στην Κορδιλιέρα των Άνδεων (88.774 κάτ.). Είναι σπουδαίο εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο, με παραγωγή… …   Dictionary of Greek

  • Βατούμ — (Batum ή Batumi). Πόλη (136.609 κάτ.) της Γεωργίας, πρωτεύουσα της αυτόνομης Δημοκρατίας της Ατζαρίας (2.900 τ. χλμ., 386.700 κάτ. το 1993). Είναι χτισμένη σε καλά προστατευόμενο κόλπο της Μαύρης θάλασσας, στις εκβολές του ποταμού Τσορόχ… …   Dictionary of Greek

  • Κάλι — I Ινδική θεότητα, που ταυτίζεται με την Ντουργκά, σύζυγο του Σίβα. Συμβολίζει την τρομερή όψη των δυνάμεων της φύσης και λατρεύεται ως θεά του θανάτου. Σε μερικές αιρέσεις γιόγκα αντιπροσωπεύει το σύμβολο της ριζικής δύναμης που κατευθύνει το… …   Dictionary of Greek

  • Κινσάσα — (Kinshasa). Πόλη (6.541.300 κάτ. το 2003) και πρωτεύουσα της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (πρώην Ζαΐρ). Βρίσκεται στην αριστερή όχθη του ποταμού Κονγκού, απέναντι από την Μπραζαβίλ, πρωτεύουσα της Δημοκρατίας του Κονγκό, από την οποία χωρίζεται… …   Dictionary of Greek

  • Μασσαλία — I (Marseille ή Marseilles). Πόλη (807.071 κάτ. το 1998) της νοτιοανατολικής Γαλλίας, πρωτεύουσα του νομού Μπους ντι Pov (Bouches du Rhone, 5.112 τ. χλμ., 1.835.719 κάτ.) στην Προβηγκία. Χτισμένη στις ακτές ενός μεγάλου κόλπου της Μεσογείου, στους …   Dictionary of Greek

  • Μπαρανκίλια ή Μπαρανκουίλια — (Barranquilla). Πόλη (1.305.334 κάτ.) της βόρειας Κολομβίας, πρωτεύουσα του νομού του Ατλάντικο, (έκτση 3.388 τ.χλμ.). Η πόλη ιδρύθηκε το 1629 στην αριστερή όχθη του Ρίο Μαγκνταλένα, 12 χλμ. περίπου από τις εκβολές του στην Καραϊβική θάλασσα και… …   Dictionary of Greek

  • Σοφάλα — Πόλη (350.000 κάτ.) της κεντρικής Μοζαμβίκης, πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού (68.018 τ. χλμ., 1.258.000 κάτ.). Άλλοτε λεγόταν Μπέιρα. Βρίσκεται στο Στενό της Μοζαμβίκης (Ινδικός ωκεανός), στις εκβολές των ποταμών Μπούζι και Πουνγκέ. Φυσική… …   Dictionary of Greek

  • Τεργέστη — (Trieste). Πόλη (περίπου 231.047 κάτ.) της Ιταλίας, κοντά στα γιουγκοσλαβικά σύνορα, πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας (212 τ. χλμ.). Πόλη με αρχαιότατη καταγωγή, κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους το 177 π.Χ. και διαμορφώθηκε ως φρούριο και κατόπιν ως …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.